Εισήγηση που διαβάστηκε στη δεύτερη ανοιχτή συνάντηση
Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να μιλήσουμε για τη δραματική κατάσταση του δημόσιου συστήματος υγείας, όπως έχει διαμορφωθεί υπό το βάρος της χρόνιας υποχρηματοδότησης, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ιδιωτικοποίησης και της συνειδητής απαξίωσης του κοινωνικού ρόλου του ΕΣΥ.
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας – κατάκτηση της Μεταπολίτευσης και θεμέλιο κοινωνικής συνοχής – διαλύεται συστηματικά και βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή κατάσταση. Πίσω από τις εξαγγελίες περί “ενίσχυσης”, κρύβεται μια συστηματική απόσυρση του κράτους από τη δημόσια υγεία και η μετατροπή της σε εμπόρευμα, πολιτική που ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις της τελευταίας 15ετίας.
Η κατάρρευση του Εθνικού Συστήματος Υγείας δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτέλεσμα φυσικής φθοράς. Είναι το αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών, που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εντείνει με επιμονή και ιδεολογική συνέπεια. Πρόκειται για μια στρατηγική απαξίωσης, αποδιάρθρωσης και σταδιακής ιδιωτικοποίησης της δημόσιας υγείας, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», της «σύμπραξης με τον ιδιωτικό τομέα» και της «ευελιξίας».
Αυτή η πολιτική δεν είναι απλώς ανεπαρκής — είναι ταξική. Χτυπά πιο βάναυσα εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα: τους φτωχούς, τους ηλικιωμένους, τους ανασφάλιστους, τους ανθρώπους της υπαίθρου, τους χρονίως πάσχοντες.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν υποστηρίζει ένα δημόσιο, καθολικό και δωρεάν ΕΣΥ. Αντιθέτως, το υποσκάπτει. Από τα νομοσχέδια του Αδώνιδος που προβλέπουν λειτουργία απογευματινών χειρουργείων επί πληρωμή, έως τα σχέδια παραχώρησης ΜΕΘ σε ιδιώτες, η πολιτική της ΝΔ δεν είναι πολιτική στήριξης της δημόσιας υγείας — είναι πολιτική εμπορευματοποίησης της ανθρώπινης ανάγκης για φροντίδα.
Στην πράξη, οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της ΝΔ μετατρέπουν την υγεία από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα. Και το τίμημα το πληρώνουν οι πολίτες – με καθυστερημένες διαγνώσεις, με αναβολές χειρουργείων, με θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
Η υποστελέχωση είναι πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος. Έχουμε χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις γιατρών και νοσηλευτών, ενώ οι συνταξιοδοτήσεις δεν καλύπτονται, οδηγώντας σε εξουθένωση του υπάρχοντος προσωπικού.
Νοσηλευτές δουλεύουν διπλοβάρδιες, γιατροί κάνουν εφημερίες χωρίς ρεπό, ενώ οι συμβασιούχοι βρίσκονται σε συνεχή επισφάλεια.
Η εικόνα με αριθμούς
Το ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται για τη δημόσια υγεία παραμένει σταθερά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κατά την περίοδο της κρίσης (2010–2018), οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία μειώθηκαν από το 6,8% το 2009 – πριν την κρίση - στο μόλις 4,5% του ΑΕΠ σταθερά από το 2015, με αποτέλεσμα η χώρα μας να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.. Το 2022, οι δαπάνες παρέμειναν κάτω από 5% του ΑΕΠ, τη στιγμή που ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι πάνω από 7,5%.
Την ίδια στιγμή, από το 2010 έως το 2018, περισσότεροι από 25.000 εργαζόμενοι αποχώρησαν από το ΕΣΥ χωρίς να αντικατασταθούν, οδηγώντας σε σοβαρές ελλείψεις γιατρών και νοσηλευτών, ιδίως στην περιφέρεια. Σήμερα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας λειτουργεί με περίπου 8.500 κενές οργανικές θέσεις ιατρικού προσωπικού, και πάνω από 25.000 ελλείψεις σε νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό.
Κατά την πανδημία, το ΕΣΥ δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά. Οι προσλήψεις που έγιναν ήταν προσωρινές, με χιλιάδες επικουρικούς και ενώ στην αρχή της πανδημίας του χειροκροτούσαμε, στη συνέχεια τους πετάξανε εκτός, μετά τη λήξη των συμβάσεων. Οι προσλήψεις που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας, αν και απαραίτητες, ήταν ως επί το πλείστον συμβασιούχες και προσωρινού χαρακτήρα — με αποτέλεσμα, πολλοί από αυτούς τους εργαζόμενους να απομακρυνθούν, την ώρα που το σύστημα τους είχε απόλυτη ανάγκη. Αντί να μετατραπούν σε μόνιμες, οι θέσεις αυτές εξαϋλώθηκαν, επιτείνοντας την αποψίλωση του ΕΣΥ.
Οι ΜΕΘ αυξήθηκαν αριθμητικά, χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό, ενώ τα νοσοκομεία μετατράπηκαν σε μονοθεματικά covid-νοσοκομεία, αφήνοντας χωρίς φροντίδα ασθενείς με άλλες σοβαρές παθήσεις.
Η ιδιωτική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα
Το ίδιο διάστημα, η ιδιωτική συμμετοχή των ασθενών στα έξοδα υγείας εκτοξεύθηκε. Πάνω από 35% των συνολικών δαπανών προέρχονται από την τσέπη των πολιτών, όταν στην Ε.Ε. είναι περίπου 15%. Δηλαδή, πληρώνουμε διπλά – και με τους φόρους μας, και ξανά από την τσέπη μας. Η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ξοδεύει λιγότερα από 1.600 ευρώ ανά πολίτη σε κρατικές δαπάνες για την υγεία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά τα 3.000 ευρώ. Δηλαδή, Η Ελλάδα ξοδεύει λιγότερο από το μισό σε σχέση με χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι τυχαία ούτε φυσικό επακόλουθο, δεν πρόκειται για ανικανότητα. Πρόκειται για μια συστηματική υποβάθμιση του δημόσιου συστήματος υγείας, που στρώνει το δρόμο για την επέκταση της ιδιωτικής υγείας: fast track συμβάσεις με κλινικάρχες, ιδιωτικά διαγνωστικά που απορροφούν δημόσια κονδύλια, νομοσχέδια που ανοίγουν τον δρόμο σε ιδιωτικές ΜΕΘ και εργολάβους.
Η ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα – εργολάβοι μέσα στα νοσοκομεία
Στην τελευταία δεκαετία, έχει συντελεστεί μια σιωπηλή αλλά βαθιά αναδιάρθρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας: περισσότερες από 20 κρίσιμες υπηρεσίες των δημόσιων νοσοκομείων έχουν παραδοθεί σε ιδιώτες εργολάβους. Καθαριότητα, φύλαξη, σίτιση, τεχνική υποστήριξη, αλλά και κρίσιμοι διαγνωστικοί τομείς (όπως αξονικές, μαγνητικές, αιματολογικά) λειτουργούν σήμερα μέσω εργολαβικών συμβάσεων, ΣΔΙΤ και outsourcing.
Αυτή η μεθόδευση δεν αφορά απλώς την «ευελιξία» ή την «αποδοτικότητα». Είναι μια καθαρά πολιτική επιλογή με ταξικές προεκτάσεις:
Εργαζόμενοι με επισφαλείς, εξευτελιστικούς όρους αμείβονται με ψίχουλα, χωρίς δικαιώματα, συχνά υπό το καθεστώς φόβου ή αυθαιρεσίας.
Οι πολίτες χάνουν σταδιακά τον δημόσιο χαρακτήρα του νοσοκομείου, αφού όλο και περισσότερες υπηρεσίες εξαρτώνται από τις «επιχειρηματικές διαθέσεις» των αναδόχων.
Το κράτος επιδοτεί τον ιδιώτη με δημόσιο χρήμα, αντί να ενισχύσει τις υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό του ΕΣΥ.
Στην πράξη, δημιουργείται ένα παράλληλο σύστημα μέσα στα δημόσια νοσοκομεία: από τη μία, εργαζόμενοι με μόνιμη σχέση εργασίας και κοινωνικό ρόλο· από την άλλη, εργολαβικοί εργαζόμενοι-λάστιχο, χωρίς φωνή και χωρίς προοπτική, στο έλεος κάθε εταιρείας που πλειοδοτεί για το χαμηλότερο κόστος.
Πρόκειται για μια βίαιη ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα, που στρώνει το έδαφος για ακόμα μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση: ένα νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και καθαρίστριες, αλλά με εργολάβους και ακριβοπληρωμένα απογευματινά χειρουργεία.
Η υπεράσπιση της δημόσιας, δωρεάν, καθολικής και ανθρώπινης υγείας περνά μέσα και από την κατάργηση των εργολαβιών, τη μονιμοποίηση των εργαζομένων, την επιστροφή όλων των κρίσιμων υπηρεσιών υπό δημόσιο έλεγχο και κοινωνική λογοδοσία.
Η ευθύνη των κυβερνήσεων είναι ιστορική: από τα μνημονιακά «κουρέματα» στον χώρο της υγείας, μέχρι τη σημερινή εικόνα εγκατάλειψης, καμία κυβέρνηση δεν επένδυσε σε μόνιμο προσωπικό, υποδομές και αναβάθμιση του ΕΣΥ. Αντίθετα, προωθήθηκε ένα σύστημα ιδιωτικοποίησης και ελαστικότητας, που αφήνει εκατομμύρια πολίτες ακάλυπτους.
Η περιφέρεια εγκαταλείπεται – Η περίπτωση της Βοιωτίας
Η εικόνα της κατάρρευσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας γίνεται ακόμα πιο τραγική όταν μιλήσουμε για την περιφέρεια. Στη Βοιωτία, τα δύο νοσοκομεία – Λιβαδειάς και Θήβας – καρκινοβατούν, αφού βρίσκονται σε συνθήκες πλήρους λειτουργικής αποδιοργάνωσης.
Στο Νοσοκομείο Θήβας, βασικές κλινικές, όπως η παθολογική και η παιδιατρική, είτε υπολειτουργούν, είτε κλείνουν τακτικά για μέρες ή εβδομάδες, λόγω της παντελούς έλλειψης ιατρικού προσωπικού. Οι εφημερίες καλύπτονται με μετακινήσεις γιατρών από άλλα νοσοκομεία, συχνά με όρους πρόχειρου σχεδιασμού, χωρίς καμία σταθερότητα με εξαντλημένους επαγγελματίες, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ασθενών.
Η λειτουργία του Γενικού Νοσοκομείου Λιβαδειάς βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο. νευραλγικά και κρίσιμα τμήματα του νοσοκομείου – όπως το Παθολογικό, και η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού – λειτουργούν υπό καθεστώς αποσύνθεσης, εξαιτίας της συστηματικής υποστελέχωσης και της θεσμικής εγκατάλειψης.
Η Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου, που θα έπρεπε να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των επειγόντων και της νοσηλείας, λειτουργεί με ελάχιστο προσωπικό, συχνά μόνο με έναν ή δύο παθολόγους, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν τακτικά και έκτακτα περιστατικά, εφημερίες και κλινική νοσηλεία.
Η ασφάλεια των ασθενών τίθεται ευθέως σε κίνδυνο, καθώς οι γιατροί εργάζονται υπό συνθήκες εξάντλησης, χωρίς επαρκή υποστήριξη και χωρίς δυνατότητα ξεκούρασης. Εφημερίες καλύπτονται με «μπαλώματα» και μετακινήσεις γιατρών από άλλα νοσοκομεία, πρακτικές που υπονομεύουν τόσο την ποιότητα της περίθαλψης όσο και την ίδια τη λειτουργία του τμήματος.
Η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού, που εξυπηρετεί νεφροπαθείς από ολόκληρη τη Βοιωτία, λειτουργεί στο όριο της κατάρρευσης, με υποστελεχωμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και υλικοτεχνικές ελλείψεις που καθιστούν την καθημερινή φροντίδα αγώνα επιβίωσης για ασθενείς και εργαζόμενους.
Οι νεφροπαθείς που υποβάλλονται σε τακτική αιμοκάθαρση (3 φορές την εβδομάδα) βιώνουν μια συνεχή αβεβαιότητα, καθώς δεν υπάρχουν εφεδρείες προσωπικού σε περίπτωση ασθένειας, άδειας ή ανάγκης. Κάθε διαταραχή στη λειτουργία του τμήματος σημαίνει άμεση απειλή για την υγεία των ασθενών, οι οποίοι δεν έχουν περιθώριο καθυστέρησης ή αναβολής.
Η κατάσταση στα Κέντρα Υγείας είναι εξίσου αποκαρδιωτική. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δομές στερούνται βασικών ιατροτεχνολογικών υλικών, ενώ οι αγροτικοί γιατροί δεν επαρκούν ούτε κατ’ ελάχιστο για να καλύψουν τις ανάγκες των κατοίκων, ιδίως σε απομακρυσμένες και ορεινές περιοχές. Η πρόσβαση σε στοιχειώδη φροντίδα καθίσταται καθημερινά προβληματική για χιλιάδες ανθρώπους.
Με αυτή τη λειτουργία οι δομές υγείας στο νομό δεν μπορούν να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως βασικές δημόσιες δομές περίθαλψης. Πρόκειται για δομική αποδόμηση της δημόσιας υγείας στην περιφέρεια, και μάλιστα σε έναν νομό που καλύπτει χιλιάδες πολίτες, αγροτικούς πληθυσμούς, ορεινές περιοχές και χαμηλόμισθους εργαζόμενους.
Το ΕΚΑΒ ως καθρέφτης της εγκατάλειψης
Το ΕΚΑΒ αποτυπώνει ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό και δραματικό τρόπο την εικόνα εγκατάλειψης του δημόσιου συστήματος υγείας. Το ΕΚΑΒ στη Βοιωτία λειτουργεί με ένα ή δυο ασθενοφόρα ανά βάρδια για ολόκληρο νομό. Υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις όπου η αναμονή για διακομιδή βαρέως πάσχοντα ξεπέρασε τη μία ώρα, ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ασθενείς να μεταφέρονται από συγγενείς ή ακόμα και από... ταξί επειδή το κράτος είναι απών. Η υποστελέχωση, η εξουθένωση των διασωστών, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική διασπορά και τις ανύπαρκτες εφεδρείες, καθιστούν το έργο του εξαιρετικά επισφαλές, τόσο για τους διασώστες όσο και – κυρίως – για τους πολίτες που χρήζουν άμεσης βοήθειας, μετατρέποντας τη δημόσια επείγουσα φροντίδα μια ρωσική ρουλέτα.
Αντί για έναν οργανωμένο, επαρκώς στελεχωμένο μηχανισμό άμεσης επέμβασης, έχουμε σήμερα ένα σύστημα σε μόνιμο καθεστώς συναγερμού, που ακροβατεί μεταξύ αυτοσχεδιασμού και κατάρρευσης. Η ανθρώπινη ζωή, ειδικά στην επαρχία, τίθεται καθημερινά σε διακινδύνευση εξαιτίας της κρατικής αδιαφορίας και των διαχρονικών πολιτικών απαξίωσης της δημόσιας υγείας.
Η εμπειρία του ασθενούς: Όταν η υγεία γίνεται προνόμιο
Η εμπειρία του απλού ανθρώπου που προσπαθεί να νοσηλευτεί ή να εξεταστεί σήμερα στο δημόσιο σύστημα υγείας, καταγράφει με τον πιο άμεσο και τραγικό τρόπο την πλήρη διάλυση του ΕΣΥ. Δεν πρόκειται πια για "παραλείψεις" ή "καθυστερήσεις", αλλά για καθημερινές πράξεις υποβάθμισης και αποκλεισμού.
Εκατοντάδες συμπολίτες, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι, χρονίως πάσχοντες και άτομα χωρίς οικονομικούς πόρους, περιμένουν για μήνες για ένα ραντεβού με παθολόγο, καρδιολόγο, ενδοκρινολόγο ή άλλες κρίσιμες ειδικότητες. Τα τακτικά χειρουργεία καθυστερούν ή ματαιώνονται, ακόμη και όταν πρόκειται για επείγοντα ή ογκολογικά περιστατικά. Μόνο όποιος έχει να πληρώσει — σε ιδιωτική κλινική ή «φακελάκι» — μπορεί να ελπίζει σε έγκαιρη περίθαλψη.
Το μήνυμα που στέλνει η πολιτεία είναι απλό και απάνθρωπο:
Αν δεν πληρώσεις, δεν εξετάζεσαι. Αν δεν μετακινηθείς στην Αθήνα, κινδυνεύεις. Αν δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις δικαίωμα στην υγεία.
Στην επαρχία, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ασφυκτική. Χιλιάδες συμπολίτες μας αναγκάζονται να ταξιδεύουν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιόμετρα για απλές ιατρικές πράξεις: εξετάσεις, αιμοκαθάρσεις, μικροχειρουργεία, ακόμα και γυναικολογικές επισκέψεις. Όσοι δεν μπορούν να μετακινηθούν ή να πληρώσουν, μένουν απλώς αβοήθητοι.
Την ίδια στιγμή, οι ιδιωτικές κλινικές θησαυρίζουν, αξιοποιώντας την κατάρρευση του ΕΣΥ για να αυξήσουν την πελατεία τους και να διεκδικήσουν κρατικά συμβόλαια. Η «ελευθερία επιλογής» του ασθενούς μεταφράζεται σε αγοραία επιβολή του ιδιωτικού τομέα — όχι ως συμπληρωματική δομή, αλλά ως υποκατάστατο της δημόσιας περίθαλψης.
Η επιβίωση έχει γίνει ταξικό προνόμιο. Στην Ελλάδα του 2025, η υγεία δεν είναι πια δικαίωμα, αλλά πολυτέλεια για λίγους. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής στρατηγικής που ιδιωτικοποιεί τη ζωή και εμπορευματοποιεί την ανάγκη.
Η ανάγκη για καθολική, δωρεάν και υψηλής ποιότητας δημόσια υγεία δεν είναι σύνθημα – είναι ζήτημα δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Δεν είναι τυχαίο – είναι πολιτική επιλογή
Η εικόνα που περιγράφηκε δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο ή “κακή στιγμή” της διοίκησης. Είναι το αποτέλεσμα μιας συνειδητής, διαχρονικής πολιτικής: να αποδυναμωθεί το δημόσιο σύστημα ώστε να φαντάζει "αναποτελεσματικό", να περάσει περισσότερο φορτίο στην ιδιωτική αγορά. Είναι η στρατηγική της απαξίωσης και της ιδιωτικοποίησης, κοινός παρονομαστής όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, ανεξαρτήτως χρώματος.
Η απάντηση είναι πολιτική – και συλλογική
Η κατάσταση στη Βοιωτία, με τις κλινικές να καταρρέουν, τους γιατρούς να φεύγουν, τους ασθενείς να ταλαιπωρούνται και τις οικογένειες να αγωνιούν, δεν είναι εικόνα από το μέλλον – είναι το παρόν μας.
Για εμάς η υπεράσπιση του ΕΣΥ δεν είναι τεχνικό ζήτημα που χωράει συζήτηση για βελτιώσεις ή μεταρρυθμίσεις. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα. Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ζήτημα δημοκρατίας και αξιοπρέπειας. Ζήτημα ζωής και θανάτου. Γι’ αυτό και η μάχη για ένα καθολικό, δημόσιο, δωρεάν και ποιοτικό ΕΣΥ δεν είναι υπόθεση ειδικών. Είναι υπόθεση όλων μας.
Και είναι στο χέρι μας να το κρατήσουμε ζωντανό.
Απέναντι στις πολιτικές ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης, προτάσσουμε τη συλλογική διεκδίκηση για ένα ΕΣΥ που να υπηρετεί τον άνθρωπο – όχι τα κέρδη.
Τι διεκδικούμε
Η δική μας θέση είναι ξεκάθαρη: όχι άλλο εμπόριο στην ανθρώπινη υγεία. Διεκδικούμε:
- Γενναία Αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης για την υγεία – όχι άλλες φοροαπαλλαγές για τους κλινικάρχες.
- Μαζικές Μόνιμες προσλήψεις γιατρών, νοσηλευτών και διασωστών ΕΚΑΒ – τώρα, όχι στο αόριστο μέλλον.
- Ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, επαναλειτουργία και στήριξη των Κέντρων Υγείας, σε κάθε χωριό και κωμόπολη και στήριξη των δομών της περιφέρειας.
- Καθολική πρόσβαση για όλους, χωρίς αποκλεισμούς
- Όχι στην ιδιωτικοποίηση, ναι σε κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο του ΕΣΥ.
- Κατάργηση των εργολαβιών και επιστροφή όλων των κρίσιμων υπηρεσιών στον δημόσιο έλεγχο.
Για μια υγεία δημόσια, δωρεάν, καθολική
Το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι κοινό κτήμα της κοινωνίας. Είναι προϊόν αγώνων και δεν μπορεί να αφεθεί να καταρρεύσει. Η υγεία δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι προνόμιο. Η δημόσια και δωρεάν υγεία είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου, ανεξαρτήτως εισοδήματος, τόπου κατοικίας ή κοινωνικής θέσης. Δεν χαρίζεται, κατακτιέται και υπερασπίζεται καθημερινά. Η μάχη για ένα καθολικό, ισχυρό, δημόσιο και ποιοτικό ΕΣΥ είναι αγώνας για την ίδια τη ζωή και την αξιοπρέπεια των πολλών.
Σε αυτόν τον αγώνα, πρέπει να είμαστε όλοι μαζί!